9 Ιανουαρίου 2018

Αδράστεια θυγάτηρ Μελίσσου



Ο Μελισσεύς είπαμε ότι είναι  βασιλεύς-ιερεύς αλλά και ιεροπράκτης Ο Μελισσεύς αναφέρεται ως ο πρώτος άνθρωπος που θυσίασε στους θεούς. Και εισήγαγε στην Κρήτη την θεολατρεία, ιέρειες της Ρέας Μεγάλης μητέρας Θεάς κατέστησε τις θυγατέρες που φέραν τον τίτλο της Μέλισσας την Αδράστεια και την Ίδη, κατ΄αλλους και την Αμάλθεια- η οποία αργότερα έδωσε και τ΄ονομα της και στην κατσίκα που πρόσεφερε το γάλα της στο μεγάλωμα του Διός. Κατ΄αλλους συγγραφείς η Αμάλθεια θεωρείτε γυναίκα του Μελισσέως και μητέρα της Αδράστειας.
  
Θεωρώ ότι τ΄ όνομα της Μέλισσας είναι όνομα φέρων ιδιότητα ιέρειας ή ιδιότητες θεάς την οποία κατέχουν και οι ιέρειες της Αρτέμιδος, ενω σε αντίστοιχα κείμενα βρίσκουμε αναφορά και στην ιστορία της Μέλισσας ως ιέρειας της Δήμητρος. Από ένα σημείο και μετά η Μέλισσα γίνεται και όνομα σύμβολο-ιδιότητα  της Μεγάλης Μητέρας Ρέας Κυβέλης/ Κυψέλης, της Δήμητρος και της Αρτέμιδος, και βέβαια αποτελεί και σύμβολο με ολες τις ιδιοτητες που απορρέουν απ΄αυτο  της Πότνιας Θηρών ως παλαιότερης αρχετυπικής θεότητας.

Tα ονόματα των ιερειών της Ρέας που εμφανίζονται ως κόρες του Μελισσέα είναι κατά τον Απολλόδωρο οι νύμφες Αδράστεια και η Ίδη.
 

Ὀργισθεῖσα δὲ ἐπὶ τούτοις Ῥέα παραγίνεται μὲν εἰς Κρήτην, ὁπηνίκα τὸν Δία ἐγκυμονοῦσα ἐτύγχανε, γεννᾷ δὲ ἐν ἄντρῳ τῆς Δίκτης Δία. Καὶ τοῦτον μὲν δίδωσι τρέφεσθαι Κούρησί τε καὶ ταῖς Μελισσέως παισὶ νύμφαις, Ἀδραστείᾳ τε καὶ Ἴδῃ. Αὗται μὲν οὖν τὸν παῖδα ἔτρεφον τῷ τῆς Ἀμαλθείας γάλακτι, οἱ δὲ Κούρητες ἔνοπλοι ἐν τῷ ἄντρῳ τὸ βρέφος φυλάσσοντες τοῖς δόρασι τὰς ἀσπίδας συνέκρουον, ἵνα μὴ τῆς τοῦ παιδὸς φωνῆς ὁ Κρόνος ἀκούσῃ. Ῥέα δὲ λίθον σπαργανώσασα δέδωκε Κρόνῳ καταπιεῖν ὡς τὸν γεγεννημένον παῖδα.(Απολλόδωρος 1.1.6)

12 Δεκεμβρίου 2017

Περί Ιδαίων δακτύλων



Οι Ιδαίοι δάκτυλοι ή Κουρήτες ή Κάβειροι είναι από τους πρώτους – όπως βλέπουμε στα παραπάνω κείμενα που συμμετέχουν στην λατρεία της Μεγάλης μητέρας θεάς ή Ιδέας μητρός Ρέας /Κυβελης και Πότνιας των θηρών/θυρών. Το Όρος Ίδη της Φρυγίας φαίνεται να πήρε τ’ όνομα του από τον γιό του Δάρδανου και της Χρύσης τον Ιδαίο. Ενώ οι Κορύβαντες της Ευβοίας που συνοδεύουν τον Διόνυσο στην εκστρατεία του φαίνεται ότι είναι συμπολεμιστές και συνοδοί του Ιδαίου μετά την αποπομπή τους από την πατρίδα.
Ίδη στα κείμενα είδαμε ότι σημαίνει μάχη
Ίδη όμως σημαίνει και το δασώδες βουνό, τον δρυμό, το δάσος αλλα και την ξυλεία.
Ιδημα είναι το όραμα
Και Ιδήμων ο οραματιστής αλλα και ο ειδήμων, ο έμπειρος και ο γνώστης.

Οι Ιδαίου δάκτυλοι λοιπόν ήταν οι διαμένοντες στην Ίδη – στο δασωμένο όρος, στον δρυμό – που χρησιμοποιούσαν την γνώση τους και την εμπειρία τους.

Οι Ιδαίοι Δάκτυλοι θεωρούνται  ιερείς της Ρέας/Κυβέλης

Γιατί όμως ονομάζονται Δάκτυλοι; εκ του δεικνύω ή εκ του δράττω;
Δάκτυλοι εκ του δράκτυλοι από του δράττεσθε,  δράσσαι/ δράττω (πιάνω με το χέρι, αδράχνω, τσακώνω, αρπάζω, δράχνω, κρατώ, χουφτώνω, περιαρπάζω) αυτοί που είναι δεκτικοί (δυνάμενοι να δεχτούν, επιδεκτικοί, κατάλληλοι) αλλά και αυτοί που δεικνύουν από το δείκνυμι (δεικνύω, δείχνω, φέρνω στα φανερά, κάνω ορατό, παριστάνω (σε άγαλμα ή εικόνα) φανερώνω, γνωστοποιώ, αποδεικνύω, καταγγέλλω, οδηγώ, δείχνω σε κάποιον. Οι πρωτοπόροι στην ουσία και οι ειδήμονες που λειτούργησαν ως  διδάσκαλοι της γνώσης

30 Νοεμβρίου 2017

Μελισσών βασιλεύς



ἐσσήν: ῆνος, ὁ, ἱερεὺς τῆς ἐν Ἐφέσῳ Ἀρτέμιδος, ὡς τὸ Λατ. rex sacrificulus, Παυσ. 8. 13, 1· παρὰ Καλλ. βασιλεύς, Ὕμν. εἰς Δία 66, πρβλ. Ἡρῳδιαν. π. μον. λέξ. 17. 6: ― κατὰ τὸ Μέγα Ἐτυμ. (383. 30), «ἐσσὴν ὁ βασιλεὺς κατ’ Ἐφεσίους ἀπὸ μεταφορᾶς τοῦ μελισσῶν βασιλέως» (δηλ. τῆς βασιλίσσης), ὡς εἰ ἦν συγγενὲς τῷ εσμός, καὶ δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν ὅτι Μέλισσα (ἴδε μέλισσα) ἦτο όνομα ἱερείας τινὸς τῆς Ἀρτέμιδος. Πρβλ. Σουΐδ. καὶ Ἡσύχ. 

Μέλισσα κόρη του Μελισσέως ενός Κορύβαντα ή  Ιδαίου Δάκτυλου. Ο δεσμός είναι σαφής με τους βασιλείς ιερείς και ιεροπράκτες. Ίσως και ο πρώτος «βασιλεύς» ιδρυτής των ιεροπραξιών και των ιερειών που φέρουν την ονομασία της Μέλισσας. Ο πατέρας της Μέλισσας της πρώτης ιέρειας που εμφανίζεται στην Κρήτη ως τροφός του θείου βρέφους.
Με το όνομα Μελισσαίος ή Μελισσεύς ή Μελισσέας  αναφέρονται οι ακόλουθοι :

α) Μελισσεύς προϊστορικός βασιλεύς της Κρήτης. Θεωρείται ως ο πατέρας της Αμάλθειας και της Μέλισσας οι οποίες ανάθρεψαν με γάλα και μέλι τον νεογέννητο υιόν του Κρόνου και της Ρέας, Δία. Για αυτό τον λόγο ο Δίας φέρει και την επίκληση και λατρεύεται στην Κρήτη ως «Μελισσαίος Ζευς»

Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)
Alphabetic letter mu, entry 718, line 1
*<μελίσματα>· ᾄσματα rAS
<μέλισσα>· ὀβολός, ὅς ἐστιν μέρος δραχμῆς
<Μελισσαῖος>· ὁ Ζεύς r
<μέλισσαι>· αἱ τῆς Δήμητρος μύστιδες
*<μελισσάων>· μελισσῶν (Β 87) ASn
<μελίσσειον>· τὸ σμῆνος r(p)

17 Νοεμβρίου 2017

Εσσὴν κυρίως ὁ βασιλεὺς τῶν μελισσῶν, νῦν δὲ ὁ τῶν ἀνδρῶν.



Εκτός από τους γάλλους,  όπου γάλλοι οι ιερείς της θεάς Κυβέλης, οίτινες εώρταζον τα μυστήρια αυτής με ενθουσιαστικά άσματα και κρότον τυμπάνων και είχον ίδιον κορυφαίον ή κόλυμβους που εκτελούν και χρέη δύτη ή κολυμβητή ή κόλυμβου - όταν columba είναι η λατινική απόδοση της περιστεράς-, τους αρχέγαλλους, ζώντες εξ ελέους και εκτεμνόμενοι οι ίδιοι, εκαλούντο δε ούτως από του εν Φρυγία Γάλλου ποταμού, του οποίου το ύδωρ έλεγον ότι είχεν ενθουσιαστικήν τινα δύναμιν, ή βάβακες,  τους μητραγύρτες  ιερείς της Μεγαλης Μητέρας Θεάς Κυβέλης/ Ρέας κλπ, τους μετέπειτα αγύρτες, οι περισσότεροι ευνούχοι και  αποκόποι, που εμφανίζονται και με άλλες ονομασίες και λατρείες, πολλές από τις οποίες συγχωνεύονται με την λατρεία του Διονύσου, στα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας εμφανίζονται και οι Εσσήνες και οι Μέλισσες ιερείς και ιέρειες αντίστοιχα συνήθως της Αρτέμιδος, της Σελήνης ακόμα δε και της Ρέας, της Δήμητρας αλλα και της Κυβέλης.

Πριν περάσω στα περί εσσήνων και μελισσών  αναφέρω και μερικούς λεξάριθμους ενδεικτικούς των γάλλων ιερέων που δεν παρουσιάσθηκαν στα προηγούμενα κείμενα.

ΓΑΛΛΟΙ = 144  (144 σειρά αριθμών fibonazzi (1+1+2+3+5+8+…89 =144)
144 = ΑΗΔΟΝΙΑ (αηδονία, έλλειψη ηδονής, έλλειψη τέρψης, στέρηση κάθε ευχαρίστησης)
144  = Η ΚΑΡΔΙΑ (η καρδία),
144 = ΘΕΙΟΝ (θείον, θεία φύσις, θειότης, θεότης, θεία δύναμις, θεία πρόνοια),
144  = ΘΕΙΟΝ (θείον, χημικόν στοιχείον, θειάφι, θεϊκόν κάπνισμα ή θυμίαμα με καθαρτική δράσιν),
144 =  OΓΚΑΝ (Όγκα, η Αθηνά κατά τους Θηβαίους και τους Φοίνικες // ΑισΕΕΘ. 163, 487, 501)

Σε προηγούμενα κείμενα «περι Λάρνακος» είδαμε την ιστορία του Κύψελου που μας έδωσε και  την ονομασία της Λάρνακος - ως Κυψέλης/Κυβέλης. Αξίζει εδώ τον κόπο να υπενθυμίσω ότι στην πραγματικότητα  οι λάρνακες είναι κατ΄ ουσία κατασκευασμένες μονο από λίθο ή μάρμαρο - άλλο αν ο όρος  «λάρνακες» επικράτησε για όλες τις θήβες/θήκες, κιβώτια ξύλινα, πήλινα ή πλεκτά και τέλος μεταλλικά-.  Η ιστορία του Κύψελου μας έδωσε την σύνδεση με την λατρεία της Εφέσιας Αρτέμιδος ως Μέλισσα/Μέλιττα/Μελίτη/Μυλίττα με τους ιερείς Εσσήνες της. 



30 Σεπτεμβρίου 2017

Τελετουργία και όργια μητραγυρτών απο το Χρυσό γάιδαρο ή μεταμορφώσεις του Απουλήιου


....Στα χρονια της Ρωμαικής αυτοκρατορίας φτάνουν απο διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας ιερείς νέων θεοτήτων και ιδρύουν ιερά σε διάφορες πόλης της Ιταλίας. Κάποιοι απ΄αυτους είναι  ευνούχοι και αφοσιωμένοι στην λατρείας της Μητέρας Θεάς Κυβέλης/Ρέας, αργότερα εμφανίζονται και οι μητραγύρτες ή αγύρτες ...

Όμως, αν ο αυτοευνουχισμός έχει τόσο μακρινές ρίζες, η πρακτική του ευνουχισμού ενός άνδρα από έναν άλλο άνδρα είναι ακό¬μη αρχαιότερη: Σε κάθε χώρα -όχι μόνο στη λεκάνη της Μεσογείου σε κάθε κουλτούρα και άσχετα από το ποιος έφτιαχνε τους νόμους που ρύθμιζαν τη δημόσια ζωή, τις σχέσεις εξουσίας και τους κανόνες, ο ευνούχος ήταν παρών, ένα πλάσμα που δεν ήταν ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό.
Μπορούμε να πιστέψουμε, να αμφισβητήσουμε ή να αρνηθούμε ότι ο θεός έπλασε τη γυναίκα από το πλευρό του άνδρα, όμως είναι απόλυτα σίγουρο και αναμφισβήτητο ότι τον ευνούχο τον έπλασε ο άνδρας.
Μπορεί ο Θεός να δημιούργησε τα δύο φύλα, αλλά το έκανε με ήπιο τρόπο. Ο άνδρας έφτιαξε τον ευνούχο με μια βάρβαρη μαχαιριά. Ο Θεός πρόσθεσε υλικό για να φτιάξει τον άνθρωπο με κεφάλι, κορμό, πόδια, χέρια, γεννητικά όργανα. Ο άνδρας αφαίρεσε υλικό για να φτιάξει τον ευνούχο. Ο Θεός εμφύσησε στον άνθρωπο τη ζωτική ανάσα, την ικανότητα της ζωής. Στον ευνούχο, το δημιούργημα του, ο άνδρας προσέδωσε την ανικανότητα. Ο Θεός τοποθέτησε το δημιούργημά Του στο φως, στο κέντρο ενός πανέμορφου κόσμου. Ο άνδρας δημιούργησε τον ευνούχο μέσα στο αίμα και στην πιο φρικτή οδύνη, στον εξευτελισμό και την κοινωνική απαξίωση. Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο για να είναι ελεύθερος. Ο άνδρας έφτιαξε τον ευνούχο για να τον κάνει σκλάβο του.

 Δημιούργημα για να χρησιμοποιηθεί αμιγώς ως «κατοικίδιο», παρόμοιο με τον στερημένο από τη βαρβατοσύνη του ταύρο, προκειμένου να περιοριστεί στο αλέτρι, αρκετά χρησιμότερο από το σκύλο, ο οποίος υπακούει βέβαια στο σφύριγμα του κυνηγού, αλλά  δεν είναι ικανός παρά μόνο για να οσμίζεται τη λεία και να φυλάει το κοπάδι, ο ευνούχος βαδίζει από εποχή σε εποχή και από χώρα σε χώρα με το βήμα του βαρύ από τη μόνιμη πληγή που τον σακατεύει. Τα πιο αρχαία κείμενα τον αναφέρουν σαν δεδομένη και μόνιμη παρουσία σε κάθε κοινωνικό μόρφωμα. Μας διηγούνται για άνδρες και γυναίκες. Και πάντα στο πλευρό τους, νά και ο ευνούχος.
Η αναπηρία του τον καθιστά ανίκανο να διεκδικήσει τη δόξα του κυρίου και αφέντη του, ακόμη και σε εποχές όπου οι ευνούχοι ζούσαν μέσα στη λάμψη, όπως στην Κίνα της δυναστείας των Μινγκ, στην Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στο Παλέρμο της αραβικής κυριαρχίας του 10ου αιώνα.
Παρότι «κατασκευασμένος» από τον άνδρα, ο ευνούχος των αρχαίων κειμένων παραδόξως θεωρεί ότι υπεύθυνος της τερατώδους καταγωγής του δεν είναι παρά τα χέρια της γυναίκας ευνουχίστριας. Από την αρχή ακόμη, ήταν ο άνδρας που ευνούχιζε. Κι όμως, η αρσενική φαντασία έπλασε μια μεγαλοφυή εκτροπή στην ιστορία, απαλλάσσοντας τον άνδρα από το κρίμα του εφευρέτη του ευνουχισμού.


14 Σεπτεμβρίου 2017

Μητραγύρτες οι αγύρτες της μεγάλης μητρός Κυβέλης



Αγυρμός. 'Η πρώτη ήμερα των  Ελευσίνιων Μυστηρίων, επειδή κατ’ αυτήν συνέρχονται οι εορταστές(από την λέξιν άγυρις, ή όποια σημαίνει συγκέντρωσης συνάθροισης). Η ημέρα αυτή ήταν κατ’ άλλους μέν ή 5η, κατ’ άλλους δε ή 15η του μηνός Βοηδρομιώνος (περί τα τέλη του σημερινού Σεπτεμβρίου) .


Ή λέξις αγυρμός σημαίνει και τήν δι’ εράνου συλλογή χρημάτων ή ειδών (συνήθως τροφίμων)

Η λέξις αγυρτεία είναι αρχαία ελληνική παραγομένη από τόν αιολικό τύπον «άγυρις», πού σήμαινε συνάθροισιν, αγορά ή — κατ’ άλλην εκδοχή — από το συγγενές με αυτήν ρήμα αγυρτάζω, πού σήμαινε «συνάζω χρήματα» ή και ζητώ ελεημοσύνην. 
Αρχικά εμφανίσθηκαν οι αγύρτες ως ιερείς, οι οποίοι περιερχόμενοι διαφόρους τόπους συνέλεγαν χρήματα διά την λατρεία των θεών. Κατά τούς χρόνους της ελληνικής παρακμής περιέφεραν  ξόανα (ξύλινα αγάλματα) θεών ή άλλα ιερά αντικείμενα και τα εξέθεταν εις λαϊκό προσκύνημα. Ταυτοχρόνως επωφελούντο από την συγκέντρωση του πλήθους και του προσέφεραν έναντι δήθεν αμοιβής ή εις ανταπόδοση τής συνεισφοράς των υπέρ του δήθεν ιερού σκοπού ιατρικός συμβουλές, φάρμακα, προφητείας, όχι σπανίως δε έκαμναν και καλώς προετοιμασμένα «θαύματα». Συγχρόνως απέβαλαν οι αγύρτες και τον θρησκευτικό χαρακτήρα, με τον οποίο συγκάλυπταν το επάγγελμα τους και παρουσιάζονται απλώς ως θαυματοποιοί δυνάμενοι να θεραπεύσουν διά μαγείας με βότανα ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον κάθε ασθένεια. Από πολύ νωρίς προσέλαβε η ομηρική έκφραση «χρήματα αγυρτάζειν» δυσφημιστική σημασία, επεκτάθηκε δε υπό κακήν έννοια και ο χαρακτηρισμός «αγύρτης» διά τα κάθε είδους υποκείμενα, πού μετέρχονται τεχνάσματα αποβλέποντα εις την εξαπάτηση των αφελών προς τον σκοπό τής αργυρολογίας.

28 Ιουλίου 2017

Περί ευνούχων ιερέων



Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 220, line 21

<Γάλλος>: Ὁ φιλοπάτωρ Πτολεμαῖος· διὰ τὸ
φύλλοις κισσοῦ κατεστίχθαι, ὡς οἱ γάλλοι. Ἀεὶ γὰρ
ταῖς Διονυσιακαῖς τελεταῖς [κισσῷ ἐστεφανοῦντο.]
 <Γάλλος>: Ὁ τῇ μητρὶ τῶν θεῶν ὀργιαζόμενος· ὁ
ἄλλός τις γενόμενος καὶ μεταβαλὼν τὴν φύσιν ἐξ
ἀνδρῶν, καὶ οὔτε ἀνὴρ ὢν οὔτε γυνή· ἐξετέμνοντο γὰρ
οἱ τελούμενοι τῇ θεῷ. Ἢ ἀπὸ Γάλλου ποταμοῦ
τῆς Φρυγίας, παρ' ὃν ἐτελοῦντο.

Γαλλία=Γαλατία, παρά τοις αρχαίοις Έλλησιν εκαλείτο η χώρα αύτη της Ευρώπης Κελτική και Γαλλία δε ελέγετο μετά ταύτα συνήθως υπό των Ρωμαίων υπό το οποίον όνομα εννόουν ούτοι όλην την νυν ιδίως Γαλλία την αρκτικήν Ιταλίαν και μέρος της Ελβετίας
Γάλλοι=Ελέγοντο οι ιερείς της θεάς Κυβέλης, οίτινες εώρταζον τα μυστήρια αυτής με ενθουσιαστικά άσματα και κρότον τυμπάνων και είχον ίδιον κορυφαίον Αρχέγαλλον λεγόμενον, ζώντες εξ ελέους και εκτεμνόμενοι οι ίδιοι. Εκαλούντο δε ούτως από του εν Φρυγία Γάλλου ποταμού, του οποίου το ύδωρ έλεγον ότι είχεν ενθουσιαστικήν τινα δύναμιν.(Νικ. Λορέντης).
Γάλλοι=όνομα ευνούχων ιερέων της Κυβέλης εν τη αρχαία Φρυγία (Πρωΐας)
Γάλλος= Γαλάτης ο κάτοικος της Γαλλίας.
Γάλλος=Ποταμός μικρός της Βιθυνίας.
Γαλλογραικία=Γαλατία η εν Φρυγία (Στράβων)
Γάλος -Γέλας= Ποταμός Φρυγίας.
Γάλια, Γιάλια=Τοπωνύμια με πολλά ύδατα. Εις Κέρκυραν Καφέ-Γιαλί τοπωνύμιον δίπλα στη θάλασσα. Λίγα μέτρα πιο πέρα τοπωνύμιο Σπηλιά, πιο πέρα μικρό σπήλαιο που στεγάζεται η “Παναγίτσα…

Ας μην ξεχνουμε ότι το όνομα της Κυβέλης σημαίνει «ορεινή σπηλιά» και στις ευρωπαϊκές γλώσσες έχει ακόμη αυτή την έννοια. (cave =σπηλιά, υπόγειο, προφ. κέηβ, κάβ)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...